νηλιτής

νηλιτής, -ές (Α)
αναμάρτητος, αθώος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. πρόθημα νη-* + ἀλίτης, παρλλ. τ. τού ἀλείτης «αμαρτωλός»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νηλιτής — νηλῑτής , νηλιτής masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νηλιτεῖς — νηλῑτεῖς , νηλιτής masc/fem acc pl νηλῑτεῖς , νηλιτής masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νηλείτιδες — νηλεῖτις guiltless fem nom/voc pl νηλιτής fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νηλιτέες — νηλῑτέες , νηλιτής masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.